Η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ ήταν κατά κάποιο τρόπο η γιαγιά όλων των συγχρόνων Ελλήνων. Μάς έφερε με τρόπο ευχάριστο και με λόγο κατανοητό πιο κοντά στους Βυζαντινούς προγόνους μας και στην Ιστορία του Ελληνορθοδόξου κράτους της Κωνσταντινουπόλεως.
Παρά το αρνητικό κλίμα για το Βυζάντιο ως όνομα, ως πολιτισμό, ως θρησκεύουσα κοινωνία, το οποίο καλλιεργήθηκε από ανιστόρητους ή ιδεοληπτικούς, η προσφάτως εκλιπούσα Διδασκάλισσα του Γένους κατόρθωσε να φέρει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ενός ευρύτερου κοινού τα επιτεύγματα του Βυζαντινού Πολιτισμού. Το κυριώτερο, όμως, που μας προσέφερε είναι ο αγώνας και η αγωνία της για να αναδείξει τη διαχρονική συνέχεια του Ελληνισμού.
Από εκείνη άκουσα για πρώτη φορά την απάντηση του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού προς τον Αυτοκράτορα Ιουλιανό (τον Παραβάτη), ο οποίος ήθελε να απαγορεύσει στους Χριστιανούς του 4ου αιώνος και να διδάσκουν και να διδάσκονται τα Αρχαία Ελληνικά κείμενα. Ο Γρηγόριος με την τεράστια κλασσική παιδεία του ερωτά τον Ιουλιανό: «Τίνος του ελληνίζειν εισίν οι λόγοι»; Δηλαδή ποιος έχει δικαίωμα να μελετά και να διδάσκει τα ελληνικά κείμενα; Και απαντά ο ίδιος στη ρητορική ερώτηση: Και εμείς έχουμε το δικαίωμα του ελληνίζειν, όχι μόνον εσείς οι οπαδοί της Αρχαίας Θρησκείας.
Στην εποχή μας, κατά την οποία υπερπροβάλλεται ως αγαθό η πολυπολιτισμικότητα, η Αρβελέρ θύμιζε ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία (η Ρωμανία) επέζησε επί 1100 χρόνια ως μονοπολιτισμική. Παραθέτω: «Αν και πολυεθνικό, γρήγορα το Βυζάντιο, χάρη στην επικράτηση της ελληνοφωνίας, αναδείχθηκε σε μόρφωμα μονοπολιτισμικό, όπως διαμορφώθηκε με τη ρωμαϊκή του καταβολή, μπολιασμένη με την ελληνιστική παράδοση και με την χριστιανική Ορθοδοξία που εκφράσθηκε ελληνόφωνα» (Πόσο Ελληνικό είναι το Βυζάντιο, εκδόσεις Gutenberg, σελ. 14).
Υπογράμμιζε επίσης ότι ως πολιτιστική και γλωσσική συνέχεια το Βυζάντιο εγγράφεται ως βίωμα μόνον του Ελληνισμού. Παραλλήλως καταδείκνυε σε πολλά κείμενά της ότι ο Βυζαντινός Πολιτισμός με τα τρία θεμέλιά του (Αρχαία Ελλάδα, Ρώμη, Χριστιανική Ορθοδοξία) αποτελεί τον πρώτο πραγματικά ευρωπαϊκό πολιτισμό. Και παρέθετε την άποψη κορυφαίων Ευρωπαίων διανοητών (πχ του Γάλλου Πώλ Βαλερύ) ότι Ευρώπη είναι εκεί όπου οι άνθρωποι μελετούν τη σοφία των Αρχαίων Ελλήνων, σέβονται το Ρωμαϊκό Δίκαιο και αποδέχονται ως αξιακό κώδικα τη Χριστιανική διδασκαλία.
Εντόπισε με πειστική τεκμηρίωση τη συνέχεια του Ελληνισμού από την Αρχαιότητα μέσω του Βυζαντίου στα νεώτερα χρόνια. Μάς έμαθε ότι η κραυγή «Αέρα» των στρατιωτών μας του 1940 είναι συνέχεια της πολεμικής κραυγής «Αήρ» των Βυζαντινών στρατιωτών και παρέπεμπε σε σχετικά κείμενα του Αυτοκράτορος Λέοντος Στ΄ του Σοφού. Κατέγραφε με γλαφυρό τρόπο την επιβίωση του Βυζαντινού Πολιτισμού στις ημέρες μας μέσω του θεσμού των Πολιούχων Αγίων, μέσω του Ακαθίστου Ύμνου, μέσω των παροιμιών, μέσω της επίδρασης του Βυζαντίου/Ρωμανίας σε λογοτέχνες, ποιητές και ζωγράφους.
Στη Γαλλία δεν καταξιώνεται κανείς επιστημονικά αν δεν παραπέμπει σε πρωτογενείς πηγές της ιστορικής περιόδου, την οποία μελετά. Η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ συνδύαζε την επιστημονική εμβρίθεια με τη νοσταλγία της Μικρασιατικής γης και με το επικοινωνιακό χάρισμα που την έκανε ευπρόσδεκτη σε όλα τα σπίτια μέσω της Τηλεόρασης.
Οι ομιλίες της στην Ελλάδα και στην Κύπρο έπεισαν ακόμη και δύσπιστους για τη συνέχεια του Ελληνισμού. Αιωνία η μνήμη της!
Άρθρο στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ, 21.2.2026